Click for more products.
Δεν βρέθηκαν προϊόντα

Τουρκικές γιρλάντες και κομπολόι

Το έτος 1453 μ.Χ. που μας υποδούλωσαν οι Τούρκοι, έφεραν μαζί τους γιρλάντα προσευχής. Την έλεγαν ντοουγιουμλού τεσμπίχ. Τις γιρλάντες αυτές τις κρατούσαν οι Τούρκοι στρατιώτες. Αυτές ήταν συνήθως με χάντρες από ευτελή υλικά. Οι γιρλάντες όμως των Τούρκων αξιωματούχων ήταν συνήθως από μεγάλες χάντρες και από καθαρό κεχριμπάρι. Πολλές φορές ήταν πλουμιστές, σωστά έργα τέχνης. Όσο πιο μεγάλες ήτανε οι χάντρες του κεχριμπαριού τόσο πιο μεγάλος ο πλούτος και το κύρος του αξιωματούχου. Τη γιρλάντα αυτή την έλεγαν απλά τεσμπίχ και όχι ντοουγιουμλού τεσμπίχ. Τη χρησιμοποιούσαν για χαλάρωση επειδή το ηλεκτρικό φορτίο του κεχριμπαριού χαλαρώνει το σώμα και το νευρικό σύστημα. Αυτή τη γιρλάντα την κρατούσαν κατά το ραχάτι τους με τα σερμπέτια, το ναργιλέ και τα χανουμάκια τους. Λειτουργούσε σ’ αυτούς βασικά σα σύμβολο πλούτου, σα σκήπτρο εξουσίας για επίδειξη και όχι σαν προσευχητάρι! Αυτές οι γιρλάντες είχαν μεγαλύτερο σκοινί από ότι χρειαζόταν το μήκος των χαντρών αν αυτές τις τοποθετήσουμε στη σειρά. Οι Πασάδες, οι Μπέηδες και άλλοι αξιωματούχοι Τούρκοι έριχναν επιδεικτικά τη μία χάντρα πάνω στην άλλη για να ακουστεί ο ιδιαίτερα γοητευτικός ήχος του κεχριμπαριού που τον ένοιωθαν ήχο της εξουσιαστικής τους δύναμης και «ανωτερότητας».

Οι Έλληνες συνεργάτες των Τούρκων, κοτζαμπάσηδες, προεστοί και άρχοντες που ασκούσαν εξουσία πάνω στους σκλαβωμένους συμπατριώτες τους, μιμήθηκαν τους αφεντάδες τους και πήραν και αυτοί το τεσμπίχι (εξελληνισμός του τεσμπίχ) σκήπτρο εξουσίας για να ξεχωρίζουν από τους ραγιάδες, τους γκιαούρηδες.

Γνωστό είναι σήμερα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε μέσα μας το εγωιστικό γονίδιο. Αυτό δηλαδή που μας ωθεί να αναπαραχθούμε, να επιβληθούμε, να κατακτήσουμε, να καλοπεράσουμε, να ξεχωρίσουμε και να επιδειχθούμε. Η ανάγκη επίδειξης «ανάγκασε» πολλούς Έλληνες να πάρουν στο χέρι τους το τεσμπίχι αφού αυτό λειτουργεί ως αντικείμενο ανωτερότητας, εξουσίας, ιδιαιτερότητας!

Κατά την Τουρκοκρατία δεν ήταν απαγορευτικό να κρατάει ο καθένας τεσμπίχι ή κομπολόι. Έτσι βλέπουμε τους Τούρκους στρατιώτες να κρατούν το ντοουγιουμλού τεσμπίχ. Τους αξιωματούχους τους το τεσμπίχ. Τους Έλληνες θρησκευόμενους το κομπολόι και τους συνεργάτες των Τούρκων το τεσμπίχι. Εκείνες οι ιστορικοκοινωνικές συνθήκες, όπου όλα ήταν στάσιμα, συνηγόρησαν στο να κρατούν γιρλάντες πολλοί άνθρωποι για να «περνούν την ώρα τους» αφού ο καθένας ήταν «βολεμένος» στη θέση που κατείχε ή σκλαβωμένος και περίμενε την ώρα της λευτεριάς.

Σημαντικό στοιχείο που λειτούργησε στη διάδοση του τεσμπίχ ήταν και το ότι έδινε την ευκαιρία στον καθένα να το αντιλαμβάνεται όπως νόμιζε, όπως ήθελε και να το κατασκευάζει αντίστοιχα. Αυτή η δυνατότητα είχε ως αποτέλεσμα να κατασκευάσουν οι Έλληνες γιρλάντες πολλές και διάφορες. Άσχημες ή όμορφες. Σύνθετες ή απλές. Ακριβές ή φθηνές. Από απλά μέταλλα ή ευγενή τέτοια. Από κουκούτσια, ξύλα, κόκαλα, κέρατα, σεντέφι, ελεφαντόδοντο, κοράλλι, μαργαριτάρια, γιούσουρι, ημιπολύτιμους και πολύτιμους λίθους, κεχριμπάρι, απολιθώματα, δόντια, γυαλιά, πηλό και αποξηραμένη ζύμη. Ο κάθε άνθρωπος ανάλογα με το ποιος ήταν κρατούσε και το ανάλογο τεσμπίχι. Ο δε τρόπος που το χρησιμοποιούσε ήταν αποτέλεσμα του πολιτισμού και του ήθος του. Έτσι οι πολιτισμένοι και ευγενικοί χάιδευαν τις χάντρες και τη φούντα ενώ οι τύποι του υποκόσμου και οι λαϊκοί αφαίρεσαν τη φούντα, μείωσαν τον αριθμό των χαντρών που ήταν 33 σε όσες ήθελε ο καθένας, δεν το χάιδευαν, το στριφογυρνούσαν στο χέρι σαν έλικα αεροπλάνου και κατά διαστήματα βροντοχτυπούσαν τις χάντρες για να δηλώνουν την παρουσία και το «βάρος» της μαγκιάς τους. Αυτοί οι τύποι ήταν οι πρώτοι που είχαν αφήσει όπως οι αξιωματούχοι Τούρκοι μεγαλύτερο σκοινάκι από ότι χρειαζόταν οι χάντρες αν τις τοποθετήσουμε στη σειρά για να μπορούν αυτές να κάνουν διαδρομή επιτάχυνσης και όταν προσκρούει η μία πάνω στην άλλη να ακούγεται ο ήχος που ικανοποιεί ιδιαίτερα αυτόν που τον προκαλεί.

Εκείνους τους καιρούς κάποιοι Έλληνες θρησκευόμενοι κρατούσαν κομπολόγια όπως οι καλόγεροι και κληρικοί. Αρκετοί από όλους αυτούς άρχισαν να «πειράζουν» τα κομπολόγια τους και από μάλλινο κομποδεμένο σκοινάκι το μετέτρεψαν σιγά – σιγά σε γιρλάντα χαντρών επειδή αυτές δίνουν την ευκαιρία να τέρπουμε την όραση, την ακοή, την αφή και την όσφρηση. Αυτή η μεταμόρφωση των κομπολογιών συνέβαλε σιγά – σιγά στο να μην χρησιμοποιούνται αυτά σαν προσευχητάρια αλλά σαν τεσμπίχια.

Βέβαια παρά το ότι αρκετοί είχαν πάψει να χρησιμοποιούν τη γιρλάντα τους σαν κομπολόι και τη χρησιμοποιούσαν σαν τεσμπίχι δεν της άλλαξαν το όνομα, συνέχισαν να τη λένε κομπολόι!

Επειδή το τεσμπίχι δίνει την ευκαιρία να καλύψουν οι άνθρωποι τόσες πολλές ανάγκες και να εκφράσουν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητάς τους γι’ αυτό «μπλόκαρε» πάρα πολλούς Έλληνες και έτσι συνδέθηκαν μαζί του με έρωτα, φιλία και κρατούν κομπολόγια επί αιώνες ως φετίχ.

Με τον καιρό τα ελληνικά τεσμπίχια παρουσιαζόταν πολύμορφα. Κάποια είχαν βεζίρη (ιμάμης ή παπάς, είναι η μεγάλη χάντρα στο τελείωμα) με φούντα και θυρεό ή χωρίς αυτά. Ανάμεσα στις χάντρες τοποθετήθηκαν μπίλιες και αντί για φούντα κρέμασαν διάφορα διακοσμητικά στοιχεία και σύμβολα. Γενικά ο καθένας έφτιαχνε ή αγόραζε ότι γιρλάντα του άρεσε και ανάλογα με το ποιος ήταν έδινε και διαφορετικό όνομα στη γιρλάντα του! Δηλαδή οι συνεργάτες των Τούρκων και οι απλοί άνθρωποι που δεν καταλάβαιναν από πολιτική και δεν είχαν εθνική συνείδηση την έλεγαν τεσμπίχι. Αυτοί που είχαν εθνική συνείδηση και πολιτική θέση καθώς και οι θρησκευόμενοι χριστιανοί την έλεγαν κομπολόι.

Στην ιστορική του διαδρομή στην Ελλάδα το κομπολόι σηματοδοτεί εποχές, συνήθειες και ιδιαιτερότητες ανθρώπων και καταστάσεων. Επί Τουρκοκρατίας και μετά την επανάσταση του 1821 μέχρι να συγκροτηθεί το κράτος και να πάρει στα χέρια του την εξουσία, το κομπολόι έπαιζε καθοριστικό ρόλο στα χέρια αυτών που ασκούσαν την εξουσία. Ο σοϊλής (άρχοντας) της Μάνης αρκούσε να στείλει την «κομπολόγα» του, το «τεσμπίχι του» στις οικογένειες που διατηρούσαν βεντέτα και ευθύς η βεντέτα τελείωνε. Η αποστολή της «κομπολόγας» ήταν και άδεια οικοδομής πύργου και στέρνας στη Μάνη. Σε όλη την Ελλάδα ήταν σαν συμβόλαιο, λόγος τιμής, όρκος, απόδειξη και έκφραση φιλίας αγάπης και έρωτα. Ήταν σύμβολο πλούτου, αισθητικής, ελευθερίας, κύρους, εξουσίας και διαφορετικότητας.

Απλοί άνθρωποι του μόχθου και της καταπίεσης κράτησαν κομπολόι σαν παρηγοριά και οδηγό στα νοερά ταξίδια νόστου και ελπίδας. Στο καραούλι οι κλέφτες το είχαν συντροφιά τους. Μ' αυτό οι σκλαβωμένοι Έλληνες «σκότωναν» τον άδικο βασανιστικό καιρό που βίωναν, προσδοκώντας τη λύση των προβλημάτων τους ή αναπολούσαν τον παλιό καλό καιρό.

Στα χέρια των ανεξάρτητων, των φιλελεύθερων, των δυνατών, των μπεσαλήδων, των ηρώων και των ανυπάκουων στις εξουσίες, αυτών των ενταγμένων στη «μάγκα» (μάγκα ήταν ένοπλη ανεξάρτητη ομάδα που πολέμησε τους Τούρκους, η οποία χαρακτηριζόταν από αντιεξουσιαστική φιλοσοφία και ουσιαστική ανεξαρτησία) κρατήθηκε σα σύμβολο δύναμης, αυτονομίας, ηρωισμού, μπέσας και ελευθερίας! Δηλαδή πραγματικής «μαγκιάς»!

Οι ψευτόμαγκες κράτησαν το κομπολόι για φιγούρα, προβολή, πρόκληση, αγένεια, βαρβαρότητα και δηλωτικό του «βάρους» της μαγκιάς τους.

Σιγά σιγά όσο οι κοινωνικές συνθήκες άλλαζαν και το κράτος έπαιρνε στα χέρια του την εξουσία, όπου «τους μάγκες του πάτησε το τραίνο» και οι ψευτόμαγκες κάναν «τουμπεκί ψιλοκομμένο», η δε εξουσία είχε άλλα μέσα και σύμβολα να δείχνει και να επιβάλλει τη δύναμή της, τότε το κομπολόι αποτραβήχτηκε στα συρτάρια της λήθης. Μόνο οι άνθρωποι που γνώριζαν τον τρόπο χρήσης του κομπολογιού το κρατούσαν και ενδοσκοπούσαν - διαλογίζονταν και αφύπνιζαν τη δημιουργική τους φαντασία. Όπως και οι ευαίσθητοι, οι ρομαντικοί, οι της βιοπάλης, της μοιρολατρείας κρατούσαν το κομπολόι τους για να «μετρούν τους καημούς και τους αναστεναγμούς»! Κι όταν ο ψευτόμαγκας έπαιζε κομπολόι προκαλώντας τους γύρω με το βροντοχτύπημα, ο κόσμος του μόχθου και της δημιουργίας του έλεγε: «μη βροντοχτυπάς τις χάντρες η δουλειά κάνει του άνδρες»! Ο δε κουρασμένος και αγανακτισμένος κοσμάκης που έτρεχε και τρέχει για την «εξασφάλιση» οδηγήθηκε στο: «θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι»! Και τέλος όταν κάποιος το χάνει, είναι σα να χάνει τον κόσμο και το μεράκι του και απεγνωσμένα αναρωτιέται με καημό «που θα βρω να σ' αγοράσω για να μη σε ξαναχάσω - φτωχό κομπολογάκι μου που ήσουν το μεράκι μου»!

Τελικά η αλήθεια περί κομπολογιού είναι ότι πολλοί Έλληνες πήραν στα χέρια τους το τεσμπίχ των Τούρκων και το προσάρμοσαν στην προσωπικότητά τους. Οι θρησκευόμενοι Έλληνες που κρατούσαν το πραγματικό κομπολόι (γιρλάντα προσευχής) με το πέρασμα των χρόνων το τροποποίησαν και αυτοί και αντί με αυτό να μετράνε προσευχές το χρησιμοποιούσαν όπως το τεσμπίχι. Οι καιροί εκείνοι συνηγόρησαν ώστε και οι κοσμικοί Έλληνες επηρεάστηκαν από τις γιρλάντες των άλλων και έτσι άρχισαν να κρατούν και αυτοί «κομπολόγια» τεσμπίχια δηλαδή. Έτσι οι γιρλάντες διαδόθηκαν πολύ πλατειά στους Έλληνες.

Όταν άρχισαν οι Τούρκοι να χάνουν σιγά - σιγά την εξουσία στην Ελλάδα οι Έλληνες συνεργάτες τους καθώς και αυτοί που είχαν χάσει την εθνική τους συνείδηση και ονόμαζαν τις γιρλάντες τους τεσμπίχια τις μετονόμασαν σε κομπολόγια, διότι ήταν επικίνδυνο να αναφέρονται σε οτιδήποτε Τούρκικο. Έτσι λοιπόν όλες οι γιρλάντες που κρατούσαν οι Έλληνες θρησκευόμενοι κοσμικοί και λαϊκοί λέγονταν πια κομπολόγια.

Με βεβαιότητα τώρα μπορούμε να πούμε ότι τη γιρλάντα που κρατάμε σήμερα και τη λέμε κομπολόι ενώ δεν είναι, την δημιούργησαν οι κοινωνικοιστορικές συνθήκες, η επιρροή του τεσμπίχ και του κομπολογιού, κυρίως όμως η δημιουργία της οφείλεται στη δυναμική αυτής της γιρλάντας η οποία μπορεί και καλύπτει τόσες ανάγκες του ανθρώπου και επιπλέον δίνει την ευκαιρία στον καθένα να τη φτιάξει όπως θέλει, από ότι θέλει και να την χρησιμοποιεί όπως θέλει όποτε θέλει για να καλύψει τις ιδιαίτερες προσωπικές του ανάγκες.

Ρυθμίσεις

Κοινοποίηση

Μενού

Δημιουργήστε έναν λογαριασμό για να μπορείτε να αποθηκεύεται τα αγαπημένα σας.

Συνδεθείτε

Δημιουργήστε ένα λογαριασμό για να αποθηκεύσετε τις wishlist σας.

Συνδεθείτε